Saturday, October 08, 2011

Αν η συγχορδία είναι ματζόρε, και η ύφεση καλά ακούγεται


καλό χειμώνα Ηράκλειο // ενδέχεται βαρύς // και άκου μια ιστορία που λέει πως ήταν πρώτη του Οκτώβρη // μπορεί και να 'χε δύο // η ώρα οχτώμιση // βράδιαζε στην πλατεία Αγίου Τίτου // με τον γείτονα μου είχαμε καθήσει σε ένα παγκάκι // που κύκλωνε ένα δέντρο // και χαζέυαμε πέντε πιτσιρικάδες καθώς έπαιζαν ποδόσφαιρο μπροστά στην εκκλησία // ο μικρόσωμος τερματοφύλακας ζητούσε να μπει μέσα στο παιχνίδι // αλλά κανείς δεν του έδινε την θέση του // οι δύο επιθετικοί πιο ψηλοί // μεγαλύτεροι πιθανώς κατά τρία τέσσερα χρόνια>

καταφτάσαμε στο δεύτερο ημίχρονο σίγουρα // το ματς ήταν ξαναμμένο και γρήγορο // και τα κοπέλια ήταν ήδη κουρασμένα // μα μόνο για το πάθος που έδειχνε ο πιτσιρικάς στο τέρμα // καταλήξαμε με τον γείτονα οτί με αυτήν την ομάδα είμαστε // και οτί αυτοί θα νικήσουν>
σε αυτή την ομάδα ήταν οι τρεις // οπότε ήταν πιο άνετοι στο παιχνίδι από την άλλη ομάδα // που έπαιζε 'παγκότερμα' με δυό παίκτες>

παρόλο που έχανε η ομάδα μας κατά δύο γκολ // οι δύο ψηλοί είχαν εύκολα την κατοχή της μπάλας, και μια σχετικά καλή συνεργασία μεταξύ τους // “έεε!πάσα ρε!” , “σούταρε!” // έκαναν μαρκαρίσματα // λίγα σπρωξίματα ,κανά φαουλάκι // και η μπάλα να πηγαινοέρχεται // όμως το σκόρ κολλημένο στα δύο γκολ διαφορά // σαν από αγώνα μπάσκετ έμοιαζε το σκορ // “πόσο πάμε?” , “τριανταέξι τριαντατέσσερα! τώρα τρέχα!!”// και τρέχανε οι ψηλοί μπροστά // έκανε σέντρα ο ένας // σούταρε ο άλλος // τίποτα // άουτ>

“να μπω λίγο και γω παιδιά?” // σήκωνε τον δείκτη του χεριού ο μικρός τερματοφύλακας ,“να βάλω ένα γκολ μόνο!” // και έπειτα φώναζε “έη, πρέπει να νικήσουμεεεε!” // όμως μάταια // μέσα στον πανικό // και ανάμεσα στα διαλλείματα (για να περάσουν κάτι περαστικοί και μια μαμά με το μωρό της στο καροτσάκι) // δεν του έδινε κανείς σημασία>

ο ένας ψηλός ήταν αυτό που λένε αγγούρι // μάλλον ο μεγαλύτερος -και ο αρχηγός- στην παρέα των πέντε // προσπαθούσε να εντυπωσιάσει με τις επιδόσεις του // δύο κοριτσάκια που καθόταν στην απέναντι θύρα // στα σκαλιά της εκκλησίας, δίπλα στο δοκάρι // αλλά το παιδί έτρεχε άτσαλα // ήταν 'ατομίσταρος' // και φαινόταν καθαρά // δεν ήταν καλός στην τελική προσπάθεια // ούτε στις σέντρες, ούτε στα σουτ>
ο άλλος -ο πιο κοντός ψηλός- ήταν καλύτερος // είχε κυρίως ρόλο αμυντικού και σεντραδόρου // ήταν ο μόνος που έπαιζε ποδόσφαιρο βασικά στην ομάδα // μοίραζε την μπάλα // στις αντεπιθέσεις έτρεχε πίσω με την γλώσσα του να ανεμίζει // τον είδαμε να κάνει κάποια εντυπωσιακά τακουνάκια // και με κάποιες ατομικές προσπάθειες συντηρούσε την διαφορά του σκορ>

και τέντωνε τα χέρια προς τα κάτω ο πιτσιρικάς στο τέρμα // λύγιζε τα γόνατα και ούρλιαζε // “αφήστε με να μπω!!!” // η διαφορά μειώθηκε στο ένα γκολ // και ο μικρούλης πείσμωσε // έκανε μια απόκρουση σε ένα σουτ που δέχτηκε // άφησε κάτω την μπάλα και άρχισε να την κλωτσάει μπροστά // πέρασε τον μοναδικό αμυντικό // ντρίμπλαρε τον τέρματοφύλακα // και σούταρε>

γκολάρα // ήταν ο μικρός σαν τον μέσι // αυτόν στην διαφήμιση με τα πατατάκια // πανηγύρισε αεράτος // με ένα ζεϊμπέκικο εφτάχρονου // και γύρισε τρέχοντας πίσω // τότε μια βαθιά μπαλιά προσγειώθηκε πάνω στην φαλάκρα ενός τύπου // ο οποίος πλησιάζε την πλατεία εντωμεταξύ // και αποδείχτηκε πατέρας του μικρού τερματοφύλακα // μάλιστα φόραγε μπλούζα με τον άσσο πίσω // άρπαξε τον μικρό από το μπράτσο // έκανε να ξεφύγει αυτός // αλλά με συνοπτικές διαδικασίες // ο μπαμπάς τερματοφύλακας τον τράβηξε μακριά απ'την πλατεία // διακόπτωντας τον αγώνα // έπειτα οι υπόλοιποι τέσσερις κήρυξαν το ματς ισόπαλο και διαλύθηκαν>

θα σε χειροκροτούσαμε μικρέ // μα δεν προλάβαμε
και αυτό γιατί μας θύμησες πως // χίλιες φορές καλύτερα // να δοκιμάσεις να ζήσεις το όνειρο σου // παρά να κάθεσαι και να ονειρεύεσαι την ζωή // περιμένοντας να σε βάλει κάποιος μέσα να παίξεις.

με ματζόρε διάθεση // σηκωθήκαμε ταυτόχρονα με τον γείτονα από το παγκάκι και συνεχίσαμε τον περίπατο μας χαμογελώντας // είχαμε απολαύσει ένα καλό παιχνίδι.