Sunday, October 30, 2011

Όλα είναι φλού

Σαν χθες
θυμάσαι; σαν εχθές ήταν που πανηγυρίζαμε την ευημερία και την ανάπτυξη. Με τον Γκάλη, τον Γιαννάκη, τον Φασούλα και τ'άλλα παιδιά, προχωρούσαμε, και νικούσαμε, κι η Ελλάδα μας πήγαινε μπροστά. Τελείωναν τα eighties και η καριέρα του Κοσκωτά. Ήτανε η Πασοκάρα τότε.Βάλαμε βίντεο κάτω από την τηλεόραση, από πάνω ένα σεμέν προικό, τρέξαμε στο βίντεοκλαμπ της γειτονιάς και νοικιάσαμε όλες τις ταινίες, κάποιες από αυτές πάνω από μια φορά. Στο νοίκι όλα αυτά. Η ήδη σούπερ κοινωνία μας έγινε αμόλυβδη.

Μετά ήρθε η ΝουΔου, το Mega και το ΑΝΤ1. Γελάσαμε με τα σήριαλ της ιδιωτικής. Απαράδεκτοι, οι μεν και οι δεν, της Ελλάδος τα παιδιά. Είδαμε. Είδαμε πολύ. Ειδήσεις, είδωλα. Ρουβάς και Ρούλα, Μενεγάκη και Μικρούτσικος, Χατζηνικολάου και Ευαγγελάτος, Κορκολής και Τριανταφυλλόπουλος. Θέαμα, υπερθέαμα. Ελαφρά την καρδία επιστρέψαμε στο Πασόκ και κάναμε ζάπινγκ ανάμεσα σε πολέμους του CNN, σε πανδαισίες ροκ βίντεοκλιπ του ΜTV, και σε τηλεπαιχνίδια με δωροσυσκευές ή ζονκ, πάντα με Τόλμη και Γοητεία.

Μπροστά στην οθόνη περάσαμε Πρωτοχρονιές και Πάσχατα, οικογενειακά ή και με φίλους. Παίζανε τα όργανα, μέτραγε ανάποδα ο παρουσιαστής με την αγέλη των διασήμων, και στο τέλος αγκαλιαζόμασταν και φιλιόμασταν την ώρα που την έκανε ο παλιός ο χρόνος. Λίγο μετά συνεχίζαμε να παίζουμε τα μισθά μας στα χαρτιά και τα ζάρια, (πάντα) για το καλό, και κάθε βράδυ, για τον υπόλοιπο καινούριο χρόνο, η τελεβιζιόν μας νανούριζε, ξεχασμένη ανοικτή απέναντι απ'τα κρεβάτια μας.

Και εφόσον όλοι προμηθευτήκαμε από -τουλάχιστον- μια πιστωτική κάρτα, συμφωνήσαμε για το πως πρέπει να διασκεδάζουμε σε αυτήν την χώρα. Έτσι, βγήκαμε στα ελληνάδικα. Μπουζούκια, γραβάτες και ακριβά φορέματα. Χαρτοπετσέτες και γαρύφαλλα στον αέρα. Σπασμένα πιάτα, λεωφορεία γεμάτα ουίσκι και βότκα. Φωτορυθμικά πολλών χιλιάδων δραχμώνε, καπνός ειδικών εφέ, καπνός από τσιγάρα, πουκάμισα από μετάξι. Μια φωνάρα κορμάρα στην πίστα, και αμέτρητα πεντοχίλιαρα έγιναν στάχτη από νικελωμένους αναπτήρες Ζippo (πάντα με το μονόγραμμα). Οι επιθυμίες μας ήταν ήδη ανάγκες.

Τηλεφώνησε μου”, τραγούδαγε ο λαϊκός βάρδος, και μέσα σε λίγα χρόνια πήραμε όλοι κινητό. Με τις τηλεκάρτες (όχι του Βαρδή) παίξαμε πολύ λίγο, κυρίως ρακοσυλλεκτικά.
Φάγαμε, ήπιαμε. Μα τον Δία και τον Διόνυσο, διασκεδάσαμε πολύ. Η χώρα της πίτας, του μοσχαρίσιου και του χοιρινού. Η χώρα του κρασιού, της ρετσίνας και της καλοπέρασης. Από τις ταβέρνες ακουγότανε μέχρι μακριά τα γέλια, μπουκωμένα με πατάτες, τζατζίκι και ζωϊκό λίπος. Και στην χώνεψη πάνω αγοράζαμε. Ως οφείλαμε. Κουβαλήσαμε εκατοντάδες τσάντες γεμάτες ρούχα, φρού-φρού και αρώματα, από τα πολυκαταστήματα. Μοιάζαμε έτοιμοι για Ευρωπαίοι. Δανειστήκαμε με γαργαλιστικά επιτόκια, για το δικό μας αυτοκίνητο, για το δικό μας σπίτι, για την δικιά μας επιχείρηση. Καμιά φορά αυτά συνέβαιναν και άτοκα. Έγινε και του τζόγου το κάγκελο. Του Ξυστού, του Προπού, του Λόττου.

Μια από τα Ίμια, μια από τα ίδια. Ραγδαία κύλισαν οι εξελίξεις και τα χρόνια. Βάλαμε ίντερνετ που “πήγαινε μπάλα” (128 Κιλομπι-πι-ες), βάλαμε φίλμνετ για να “βλέπουμε μπάλα” και ακόμα περισσότερες τηλε-λοβοτομές, βάλαμε και πόρτες ασφαλείας γιατί η εγκληματικότητα ανέβαινε. Και σιγά σιγά οι οθόνες καθοδικού σωλήνα έγιναν πλάσμα, τι-εφ-τι, και ελ-σι-ντι. Το βίντεο έγινε ντί-βι-ντι, ενώ οι εφημερίδες καμώθηκαν να μας γεμίσουν με κάθε λογής δισκάκια, ένθετα ντοκυμαντέρ του BBC και του National Geographic, εξαπλές κασετίνες με τα άπαντα του Νταλάρα, και ταινιάρες με τον επιθεωρητή Κάλαχαν. Όλη η πλάση μέτραγε αντίστροφα, μέχρι που ήρθε και το μιλλένιουμ, όπου ο κόσμος δεν σταμάτησε, οι ουρανοί δεν άνοιξαν, και ο περίφημος ιός του 2000 πέθανε λίγο πριν πεθάνουν με την σειρά τους και οι dial-up συνδέσεις.

Έπειτα μπήκαμε στις Ευρώπες, στην ευρώζωνη, στο ευρώ, και αφού φέραμε πίσω την ΝουΔου (γιατί το Πασόκ είχε πολυκάτσει) πήραμε και το ευρωπαϊκό, την ευρωβίζιον, μέχρι και την ολυμπιάδα πήραμε (που είναι ιντερνάσιοναλ). Βάλαμε καμιά δεκαριά από τους δεκαεφτά Νοέμβρηδες στην φυλακή, βάλαμε μπάτσους και κάμερες παντού, πήραμε εν ολίγοις τα μέτρα μας και εξασφαλίσαμε την πορεία στο αύριο. Μαζί με τόσα μέτρα κάναμε και ένα μετρό στην πρωτεύουσα να φαινόμαστε ακόμα πιο Ευρώπη.

Σαν σήμερα
Ο Χατζηνικολάου, όπως και στον προηγούμενο αιώνα, έχει ακόμα την ίδια, βαρετή φωνή, το ίδιο, βαρετό κούρεμα, και την ίδια, βαρετή μούρη. Η Ανίτα Πάνια τοποθετεί τα μυαλά στα κάγκελα, η μάλλον στον φούρνο. Ο Λαζόπουλος κάνει θραύση στην τηλεθέα, και ξεσηκώνει τα (πλ)ήθη με χιουμοράκια για γριές και κλανιές, επαναπροσδιορίζοντας την αρχέγονη σάτιρα. Έφη Θώδη, και φεύγουν τα ιδεώδη. Ευγενία Μανωλίδου, βάλε με στον ανιχνευτή της αλήθειας, όπως σε κείνη την εκπομπή, και ρώτα με την άποψη μου για σένα. Ή ρώτα με για τον άντρα σου και την παρέα του που κατακλύζουν τα τηλεπαράθυρα, γιατί από τις αγριοφωνάρες που ακούω γίνομαι βάρβαρος και θέλω να πω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Ορκίζομαι (όταν εξοργίζομαι).

Ένας πιτσιρικάς που λεγότανε Αλέξης πέφτει νεκρός από εξοστρακιζόμενα -λέει- πυρά αστυνομικού. Κάποιος Ζαχόπουλος πέφτει από τον πέμπτο όροφο για ένα ερωτικό σκάνδαλο που κυκλοφορεί σε Blue-ray, και ένας δημοσιογράφος ονόματι Θέμος κατηγορείται οτί πάει βόλτα με τ'αμάξι κάτι εκατομμύρια, μέχρι το εξωτερικό, για να τα αερίσει. Τα δάνεια γίνονται πολυδάνεια, διακοποδάνεια, γαμοδάνεια, βατοδάνεια. Βατοπέδι, τροχοπέδη, Εφραίμ, και βρε το παπαδοπαίδι. Το Πασόκ ξαναέρχεται (πλήρες με το γενεαλογικό του δέντρο), η Τζούλια κυκλοφορεί την πρώτη της τσόντα (που βραβεύεται με όσκαρ στο STAR τσάνελε) και στα χωριά την κάνουν προβολές στα καφενεία, γιατί δεν έχει φτάσει ακόμη το θρη-τζι ίντερνετ στα όρη. Η τιμή του πετρελαίου εντωμεταξύ, ανεβαίνει και ανεβαίνει, όσο η παγκόσμια στάθμη του κατεβαίνει.

Δίνουμε ένα bonus στον εαυτό μας, όπως μας προτρέπει διαφήμιση τραπέζης, και λίγο μετά, από το εξωτερικό λαμβάνουμε γνώση ότι σαν έθνος είμεθα κλέφτες, ψεύτες, και ανάξιοι να ανταπεξέλθουμε χωρίς την βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων, ρετσινιά που μας ακολουθεί από το 1821 (όχι την μίνι σειρά, αλλά το σωτήριο έτος). Όλη η χώρα μια διαφθορά, όλη η χώρα μια φοροδιαφυγή, όλη η χώρα μια διαπλοκή. Με τόσες εκπομπές μαγειρικής η Ελλάδα μαθαίνει να μαγειρεύει νούμερα και αριθμούς, τα οποία στέλνει στις Βρυξέλλες όπου όμως μας ανακαλύπτουν και παίρνουμε κίτρινη κάρτα (-”Δεν θα το ξανακάνεις, εντάξει?” -”Εντάξει”)

Τότε γίνεται κατάρρευση τύπου jenga και έρχεται η (μέρα της) Κρίση(ς), μαζί με κάτι καινούριες λέξεις όπως spreads, CDS, ΔουΝουΤου και debtocracy. Και εκεί που πίνουμε αμέριμνα και αμίλητα καφέ στις καφετέρειες, αναγκαζόμαστε (πάλι) να πίνουμε καφέ στις καφετέρειες αλλά τώρα κουβεντιάζουμε για την ύφεση, το χρέος, και το αβέβαιο μέλλον που ήρθε, ή έρχεται, ή θα έρθει. Ακούγονται τόσες απόψεις, όσα και τα ντι-βι-ντι από τις εφημερίδες που στοιβάξαμε στα ράφια. Μεγάλοι αμπελοφυλλόσοφοι, απόγονοι του Σωκράτη και του Διογένη. Ω, παίδες Ελλήνων. Ίτε. Ελευθερούτε πατρίδ'. Και μετά γυρίζουμε σπίτι και μπαίνουμε στο φέησμπουκ.

Και αναφωνούμε ποστάροντας στα social-nets: Δεν υπάρχουν λεφτά, δεν υπάρχουν δουλειές, δεν υπάρχει κυβέρνηση, δεν υπάρχει κράτος, δεν υπάρχει ελπίδα, δεν υπάρχει μέλλον. Κάνε μου λιγάκι like. Και λίγο poke. Και στα διαλλείματα αυτής της φιλοσοφικής διαύγειας, πετάμε και μερικά ανεκδοτάκια του Τσακ νόρρις.

Οι κροίσοι και η κρίση. Απεργίες, πορείες και πλατείες, λαϊκή αγανάκτηση, οργή. Μπερδεμένοι, απογοητευμένοι, φοβισμένοι, προδομένοι ανθρώποι βγαίνουν καλοκαιριάτικα στους δρόμους. Και συναντάνε κλειστές οδούς, δακρυγόνα και πέτρες. Εις το όνομα του άρτου, της παιδείας, της ελευθερίας, και των ταξί.

Σαν σήμερα δεν έχω ξανα-ματα-δεί τέτοια ανεργία, τέτοιο άγχος, τέτοια ανασφάλεια. Τέτοιο φόβο και τρόμο. Το Φ.Π.Α. πλέον σου παίρνει νομίμως το ¼ της ζωής σου, ενώ κόβονται επιδόματα για ανέργους, για άτομα με αναπηρία, για τους συνταξιούχους, τους χαμηλόμισθους και γενικότερα όσους δεν είχαν ούτως ή άλλως. Έκτακτες εισφορές στον λογαριασμό του ρεύματος. Έκτακτα μέτρα λιτότητας. Έκτακτα δελτία ειδήσεων. Πάει και το άσυλο, με τα δημόσια πανεπιστήμια να αργοπεθαίνουν, τα βιβλία στα σχολεία να αργούν να μοιραστούν, σε αντίθεση με τα δακρυγόνα και τα γκλομπς στα αστυνομικά τμήματα (που φτάνουν πάντα στην ώρα τους). Τα φακελάκια στα νοσοκομεία συνεχίζονται εθιμοτυπικά, κάτι σαν τα φακελάκια στους γάμους και τις βαφτίσεις. Τα φασκελάκια δε στην Βουλή σιγά σιγά ξεθωριάζουν.
Ευρωπαϊκές, Αμερικάνικες, Τζί-8 και Τζί-20 συμφωνίες και προτάσεις για την ελληνική πλευρά της ύφεσης. Όλο και πιο πολλές καινούριες λέξεις εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο -και την υπομονή- της χώρας. Μνημόνιο, τρόικα, αναδιάρθρωση, επαχθές χρέος. Μείωση εθνικής κυριαρχίας, μονιμάδες επόπτες μέσα στα υπουργεία, απεσταλμένοι απ'ευθείας απ'το εξωτερικό. Κούρεμα του χρέους, δόση 1η, 2η, 3η... και φτάνουμε στην 6η.

Σαν σήμερα, 28η Οκτωβρίου 2011. Σε κάποιες πόλεις οι παρελάσεις ακυρώνονται, ενώ όπου γίνονται δημιουργούνται εντάσεις και ακούγονται αποδοκιμασίες προς τους επισήμους. Οι εξέδρες αδειάζουν ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις την θέση των επισήμων καταλαμβάνει ο ανεπίσημος λαός. Ο πρόεδρος της δημοπρασίας δηλώνει από την Θεσσαλονίκη οτί λυπάται, διότι δεν τιμήθηκε η επέτειος και πληγώθηκε η εθνική μας περηφάνεια.

Η Ευρώπη τσατίζεται και αρχίζει να γρυλλίζει. Σαρκοζί μου σαρκοφάγο, Μέρκελενε μου τύραννε, χαλάρωστε λίγο. Να, τώρα σας στέλνουμε τον τελευταίο των ΠαπανδρεϊΚαννών για ένα -ακόμα- σουαρέ διαπραγματεύσεων.

Έτσι ο πρωθυπουργός εξαγγέλει απο μακριά δημοψήφισμα για τον Ιανουάριο, μετά το γυρίζει σε Δεκέμβρη, γιατί πιέζουν οι μεγάλες δυνάμεις του ευρωπαϊκού σκότους. Ούτε διάλλειμα για Χριστούγεννα δηλαδή. Η κυβέρνηση θέλει από μας να πούμε ένα ναι ή ένα ού. Να πέσουμε στον γκρεμό, ή στο ρέμα.

Και τελικά το παίρνει πίσω. Δημοψήφισμα άκυρον, καθ'ότι γκρινιάζουν όλοι. Ακόμα και αυτοί που αναφέρουν συχνά την φράση “άμεση δημοκρατία” και αναπαράγουν τον ορισμό της από το wikipedia. Πάμε για ψήφο εμπιστοσύνης τώρα, και μάλλον “κυβέρνηση εθνικής ενότητας”, μήπως και σώσουν την χώρα, που φαίνεται τώρα τελευταία πως είναι το αγαπημένο χόμπι των πολιτικών μας.

Σαν Αύριο
Εγώ λέω -αύριο- να κάνουμε δημοψήφισμα για το αν θέλουμε να κάνουμε δημοψήφισματα για τις αποφάσεις που παίρνονται σε αυτόν τον τόπο. Και μετά βλέπουμε. Τι θα γίνει άλλωστε αύριο, δύσκολο να το προβλέψεις. Έτσι όπως συνηθίσαμε αυτές τις μέρες τις ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις, δεν θέλεις να προβλέψεις. Εδώ δεν θέλεις πια ούτε να ονειρευτείς.

Μα αύριο, χωρίς όνειρα, δεν υπάρχει.

Ίσως, αύριο, η κοινωνία να αντιληφθεί ότι όλα είναι ένα, και ότι όλοι μαζί αποτελούν ένα δάσος, και όχι ο καθένας μεμονωμένο δέντρο.Ίσως κάπως-κάπου-κάποτε- να θεωρήσει απεχθή την ύπαρξη στρατού και πυροβόλων όπλων. Μαζί με την απαγόρευση των πυρηνικών και των εργοστασίων κατασκευής σφαιρών, ίσως μπορέσουμε να συνυπάρξουμε ειρηνικά.

Ίσως, αύριο, ο άνθρωπος να κουραστεί από την “ρεαλιστική” πραγματικότητα του θεάματος που του προσφέρει η εξουσία της Ευρώπης, και της κάθε Ευρώπης, και να αποφασίσει να φτιάξει την δικιά του πραγματικότητα. Ίσως να αρνηθεί την Νόβα, το Χόλυγουντ, τα άπειρα σήριαλ με τις άπειρες σεζόν, και το τσάμπιονς λίγκ, που τόσο πολύ έχει συνηθίσει η όραση και η ακοή του. Ίσως να αναζητήσει ψυχαγωγία και αναψυχή κάπου αλλού, χρησιμοποιώντας και τις υπόλοιπες του αισθήσεις.

Ίσως κάπως-κάπου-κάποτε- να χτίσει καινούριες μορφές κοινωνίας που θα τις χαρακτηρίζει η αλληλλεγγύη, ο σεβασμός για τον συνάνθρωπο μα και για την φύση, αλλά και η αυτοοργάνωση, η ενεργειακή επάρκεια, η αειφορία και η αεικαλλιέργεια. Ίσως δούμε γειτονιές, μέσα σε πυκνά δέντρα, με σπίτια φτιαγμένα από ξύλο, αχυρόμπαλα και πέτρα, χωρίς τηλεοράσεις και φουσκωμένους λογαριασμούς της ΔΕΗ, χτισμένα από τους ίδιους τους κατοίκους. Και ίσως κάποια μέρα ξεχάσουμε πως ήταν να μένεις, να περπατάς, να αναπνέεις μέσα στο τσιμέντο.

Ίσως, αύριο, να καταλάβουμε πως η πολύ αισιοδοξία, όπως και η πολύ απαισιοδοξία, οδηγούν σε υπέρμετρο εγωισμό. Ίσως με μια απλή κίνηση να πετάξουμε τις παλιές ιδέες από πάνω μας, και να κοιταχτούμε μεταξύ μας γυμνοί από εγωισμό, διαπιστώνοντας πως όλοι μας είμαστε μέτρια πλάσματα, μέτριοι άνθρωποι.. άλλωστε αυτό είναι κάτι άριστον (κατά τας αρχαιοελληνικάς γραφάς).

Αχ, όνειρα.

Σαν αύριο, το μέλλον δεν έρχεται ποτέ. Το αύριο είναι το τώρα που περνάει, όχι αυτό που ΘΑ περάσει. Οι πράξεις που γίνονται τώρα συν-δημιουργούν το άυριο. Και εκείνο έρχεται πάντα πιο γρήγορα απ'ότι το περιμένουμε.

Και όμως, σαν το αύριο, δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό. Ένας λευκός καμβάς το αύριο, όπως πάντα, έτοιμος να ντυθεί με τα χρώματα που επιλέγουμε στο τώρα. Και το αύριο αυτό, είναι το τώρα που θα έχουν τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας. Έχουμε ήδη κλέψει χρόνο από αυτό το αύριο, έχουμε αγνοήσει επιμελώς αυτήν την λεπτομέρεια.

Σε αυτόν τον τόπο που λέγεται Ελλάδα (ή αλλιώς Ζαβαρακατρανεμιστάν), όλα φαντάζουν φλού. Όλα είναι φλού.. σαν χθες, όλα είναι φλού.. σαν σήμερα.. μα αύριο;

Έχει μείνει άραγε χώρος για όνειρα;

Με τι χρώματα, αναρωτιέμαι, θα θέλαμε να ντύσουμε το αύριο που πλησιάζουμε τρέχοντας; Και τι νιώθουμε πως οφείλουμε να κάνουμε για να το καταφέρουμε;
Οι απαντήσεις χορεύουν μέσα μας -γυμνές. Όπως έκαναν πάντα. Αφουγκράσου.